Η Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης

Κυριακή της Απόκρεω

Η Δευτέρα Παρουσία και η τελική Κρίση

ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΧΡΟΝΟ 

Ήταν κάποτε μια μεγάλη πόλη όπου οι πολίτες είχαν την εξής παράξενη συνήθεια: Έβρισκαν έναν ξένο και άγνωστο άνδρα, ο οποίος δεν γνώριζε τους νόμους και τις παραδόσεις του τόπου, και τον έκαναν βασιλιά. Του παραχωρούσαν όλες τις εξουσίες και τον υπηρετούσαν σ ̓ ό,τι εκείνος ήθελε. Κι αυτός μεν νόμιζε ότι θα είναι για πάντα βασιλιάς, για να απολαμβάνει δόξες και τιμές και να σπαταλά αλόγιστα τα πλούτη που διέθετε. Εκείνοι όμως είχαν διαφορετικό σχέδιο: Όταν συμπληρωνόταν ένας χρόνος, ξεσηκώνονταν εναντίον του, του αφαιρούσαν όλα τα υπάρχοντα κι αφού τον διαπόμπευαν στους δρόμους της πόλης, τον έστελναν εξόριστο σε ένα μεγάλο μακρινό νησί. Εκεί ο άνθρωπος αυτός, που προηγουμένως ζούσε μέσα στα πλούτη και τη χλιδή, υπέφερε από τη φτώχεια, την πείνα και το κρύο χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας. Κι αυτό γινόταν συνέχεια στην πόλη εκείνη. Κάθε άνθρωπος που επέλεγαν γινόταν βασιλιάς για ένα χρόνο κι έπειτα τον περίμενε εξορία μόνιμη! 

Κάποτε όμως βρέθηκε ένας πολύ συνετός και φρόνιμος άνδρας, ο οποίος, όταν τον κάλεσαν οι πολίτες εκείνοι και τον έκαναν βασιλιά, δεν θαμπώθηκε από τις τιμές και τα αξιώματα ούτε από τα πλούσια υλικά αγαθά που του προσέφεραν. Εκείνο που τον απασχολούσε ήταν πως θα μπορούσε να αξιοποιήσει καλύτερα τον χρόνο της βασιλείας του. Μελετούσε, σκεφτόταν, ρωτούσε, κι έτσι κάποτε έμαθε την αλήθεια. Πληροφορήθηκε δηλαδή τη συνήθεια των πολιτών να εξορίζουν τον βασιλιά τους σε ένα μακρινό τόπο επ ̓ αόριστον. Ζήτησε μάλιστα ακριβείς πληροφορίες για τον τόπο εκείνο και για το πως θα μπορούσε εκεί να εξασφαλίσει τη διαμονή του. Όταν λοιπόν τα έμαθε όλα αυτά, έκανε το εξής: Συγκέντρωσε όσο περισσότερα χρήματα και πολύτιμους θησαυρούς από αυτούς που κατείχε και τα έστειλε με έμπιστους υπηρέτες του στο νησί όπου επρόκειτο να εξορισθεί. 

Όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος, και αυτός είχε την ίδια μοίρα με τους άλλους. Τον συνέλαβαν και τον έστειλαν φτωχό και γυμνό στην εξορία. Εκεί όμως τον περίμεναν οι θησαυροί του. Και ενώ όλοι οι προηγούμενοι προσωρινοί βασιλιάδες βασανίζονταν από την πείνα και την ανέχεια, εκείνος τώρα μπορούσε μόνιμα να απολαμβάνει όσα αποταμίευε εκεί κατά το διάστημα της σοφής και συνετής διακυβέρνησής του. Πραγματικά σοφός βασιλιάς! 

Ο καθένας μας γίνεται «βασιλιάς για ένα χρόνο». Ο ένας χρόνος είναι η παρούσα ζωή· και γινόμαστε βασιλιάδες, με την έννοια ότι μπορούμε να ζήσουμε τη ζωή μας όπως θέλουμε, να κάνουμε ελεύθερα τις επιλογές μας. Κάποτε όμως θα έρθει το τέλος. Και τότε θα πάμε, θέλοντας και μη, σ ̓ εκείνο το μεγάλο ερημικό νησί, δηλαδή στην άλλη ζωή. Εάν έχουμε φροντίσει να στείλουμε από πριν, όσο είμαστε βασιλιάδες, θησαυρούς και πλούτη σ ̓ αυτό το νησί, τότε δεν θα στερηθούμε όταν παυθούμε από τη βασιλεία, δεν θα υποφέρουμε εκεί. Αρκεί να δείξουμε προνοητικότητα. Αν αντίθετα ξεχαστούμε στις ανέσεις, τις μικροχαρές και τις ψεύτικες απολαύσεις της πρόσκαιρης βασιλείας μας, τότε θα αιφνιδιαστούμε όταν μας εκθρονίσουν, και θα γίνουμε δυστυχισμένοι εξόριστοι, που θα βασανιζόμαστε από τις στερήσεις. Αυτή είναι μια αποτύπωση της αιώνιας κόλασης. 

Οι θησαυροί είναι οι καλές πράξεις. Η πραγματική περιουσία μας, που θα πάρουμε μαζί μας στην άλλη ζωή, είναι η αρετή μας. Αυτό θα μας μείνει. Τίποτε άλλο. Ούτε τα πτυχία και οι επιχειρήσεις μας, ούτε τα κινητά και οι υπολογιστές, τα σπίτια και τα αυτοκίνητα, τα πλούτη και όποια άλλα επίγεια αγαθά. Καλά όλα αυτά, αλλά δεν πρέπει να κολλήσει σε αυτά η καρδιά μας. Η έγνοια μας ας είναι πως θα φθάσουμε στη βασιλεία των ουρανών και πως θα χρησιμοποιήσουμε τα παραπάνω, αν τα έχουμε, και ό,τι άλλο έχουμε, έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε «συνάλλαγμα» για την άλλη ζωή! 

Έτσι, με τον αγώνα να μην αμαρτάνουμε και με τη μετάνοιά μας, την προσέλευση στο μυστήριο της ιεράς εξομολόγησης, με την έμπρακτη αγάπη και ελεημοσύνη ετοιμάζουμε το «οικόπεδό» μας στον ουρανό: ξεριζώνουμε τα αγκάθια των παθών, απομακρύνουμε τις πέτρες του εγωισμού και ισιώνουμε το έδαφος· για να κτιστεί σ ̓ αυτό, το σπίτι των αρετών, που θα υψώνεται και θα οικοδομείται με τα πολύτιμα υλικά των αγαθών πράξεων· για να έχουμε κι εμείς κατοικία και θέση στην πανευφρόσυνη βασιλεία του Θεού. 

Ας βάλουμε σύνθημα στον εαυτό μας κάθε μέρα που περνά, οπωσδήποτε να στέλνουμε ένα «δέμα» με κάποιους «θησαυρούς» μας στο «μακρινό νησί». Κάθε μέρα κι ένα δέμα. Το πρωί να ρωτούμε τον εαυτό μας: «Σήμερα τί πράξεις μπορώ να κάνω οι οποίες θα μού μείνουν αιώνια;». Και το βράδυ: «Σήμερα τί έστειλα στον ουρανό;». Ας μη μείνει μέρα της ζωής μας έρημη από καλά έργα! Ευλογημένες οι ημέρες στις οποίες αποταμιεύσαμε πολλούς θησαυρούς!

 

ΣΥΝΘΗΜΑ: Γίνε βασιλιάς που ξέρει να κυβερνά τον χρόνο της ζωής του! 

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Μεσογαίας και Λαυρεωτικής/ Γραφείο Νεότητας 

ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑ (η ιστορία και το έθιμο της βασιλόπιτας- από ένα παλιό αναγνωστικό)

Ό δάσκαλος εξήγησε σήμερα γιατί κάνομε στά σπίτια μας βασιλόπιτα.

— Στά παλιά χρόνια, είπε στά παιδιά, όταν ήταν Επίσκοπος στην Καισαρεία, ό Μέγας Βασίλειος, έ­τυχε νά είναι διοικητής της Καππαδοκίας ένας ει­δωλολάτρης, πολύ κακός, σκληρός και φιλοχρή­ματος άνθρωπος. Οι επισκέψεις του στά διάφορα μέρη της επαρχίας του σκοπό είχαν τή διαρπαγή και λεηλασία των θησαυρών των Χριστιανών. Κά­ποτε λοιπόν, πού θά έκανε τήν επίσκεψη του ό κα­κός αυτός άρχοντας στην Καισαρεία, οι Χριστια­νοί έτρεξαν φοβισμένοι στον Μέγα Βασίλειο και του ζήτησαν τή συνδρομή του.

 

— Αδερφοί μου, είπε ό Βασίλειος, τή σωτηρία θά τή ζητήσωμε πρώτα άπό τό Θεό. Ξέρετε βέβαια γιά ποιο σκοπό κάνει τήν επίσκεψη του ό κακός αυτός άνθρωπος. Σάς συμβουλεύω νά μου δώση ό καθένας σας ό,τι πολύτιμο αντικείμενο έχει, και όταν θά τόν υποδεχτούμε, θά του τά παραδώσω μέ τρόπο, γιά νά σωθούμε.

Οί Χριστιανοί συμμορφώθηκαν μέ τά λόγια του Βασιλείου και έδωσαν πρόθυμα ό,τι μπορού­σαν. “Αλλοι έδωσαν φλουριά, άλλοι στολίδια, οι πλούσιοι έδωσαν και γιά τους φτωχούς και έτσι μαζεύτηκε αρκετό χρυσάφι.

Ό Μέγας Βασίλειος όμως έκαμε τό θαύμα του. Ό κακός διοικητής, είτε γιατί έμεινε ευχαριστη­μένος άπό τήν υποδοχή και τήν προσφώνηση του επισκόπου, είτε γιατί   έφτασε   ελληνικός   στρατός άπό την Πόλη, έφυγε και δέν πήρε μαζί του τον συγκεντρωμένο θησαυρό.

Μετά την αναχώρηση του διοικητού, συγκέν­τρωσε ό Μέγας Βασίλειος τους Χριστιανούς και τους είπε:

—Αδερφοί μου, με τη βοήθεια του θεού, τα δώρα σας γλύτωσαν από τον άρχοντα. Την Κυριακή, πού μας έρχεται, θά δώσω στον καθένα ο,τι χρυσα­φικά ή φλουριά μου έδωσε.

Άλλα πώς νά έπιστρέψη όλον εκείνον τό θη­σαυρό στους κατόχους του; Πού νά ξέρη τί πρόσ­φερε ό καθένας;

Διέταξε λοιπόν ό Μέγας Βασίλειος και έφτια­σαν τό Σαββατόβραδο μικρές πίτες γιά όλους τους Χριστιανούς και μέσα σέ κάθε πίτα έβαλε άπό ένα χρυσαφικό. “Οσα περίσσεψαν διέταξε και τά μοίρασαν στους φτωχούς.

Τήν άλλη μέρα, δηλαδή τήν Κυριακή, έδωσε ό Μέγας Βασίλειος άπό μιά πίτα σέ κάθε Χρι­στιανό και έτσι οι Χριστιανοί, καθώς έτρωγαν τήν πίτα, εύρισκαν τό πολύτιμο αντικείμενο και τό έπαιρναν δικό τους.

Άπό τότε έμεινε συνήθεια νά κάνουν οι Χρι­στιανοί βασιλόπιτες και νά βάζουν νομίσματα, στην επέτειο της εορτής του Μεγάλου Βασιλείου.

.

 

 Παλιό Αναγνωστικό Γ Δημοτικού, Αθήνα 1966

για την αντιγραφή: ιστολόγιο “Αντέχουμε…” 

Να αγαπάς τον πλησίον σου

Ήταν πάλι εκείνη η εποχή του χρόνου, και για μια φορά ακόμα η κίνηση και η φασαρία των Χριστουγέννων γέμιζε το σπίτι. Η εφτάχρονη Κέιτ και οι γονείς της είχαν αρχίσει τους γιορταστικούς στολισμούς και τις προετοιμασίες για τα καλά."Μαμά, μπορώ να προσκαλέσω τη Σούζη εδώ να παίξει μαζί μου ένα απ' αυτά τα βραδάκια;" ρώτησε η Κέιτ. "Κέιτ, γλυκιά μου, ξέρεις ότι το έχουμε συζητήσει αυτό. Δεν τους γνωρίζουμε καλά, και η μητέρα της Σούζη είναι τόσο άσχημα στην υγεία της που θα προτιμούσαμε να μην πηγαίνεις κοντά τους. Απλώς δε μας φαίνεται σωστό. Θα προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι μαζί ένα από αυτά τα βράδια. Ας ελπίσουμε ότι εγώ και ο πατέρας σου δε θα χρειαστεί να δουλέψουμε αυτά τα Χριστούγεννα. Αν συμβεί αυτό, η Λίντα από δίπλα είπε ότι θα έρθει να μείνει μαζί σου," απάντησε η μητέρα της.

Η Κέιτ αναστέναξε. Ο πατέρας της ήταν ένας διάσημος χειρούργος, και ημητέρα της η διευθύντρια ενός κοντινού ιατρικού κέντρου. Γιατί πρέπει πάντα, ακόμα και τα Χριστούγεννα, να είναι τόσο απασχολημένοι; αναρωτιόταν. Τι να κάνεις δεν έχει νόημα να ελπίζεις να γίνουν διαφορετικά τα πράγματα. Αυτό δε θα αλλάξει τίποτα! Με αυτή τη σκέψη, η Κέιτ συνέχισε να ζωγραφίζει.

Οι γονείς της είχαν κάνει ότι μπορούσαν για να ενσταλάξουν στην Κέιτ απλή πίστη στο Θεό και στην προσευχή. Όμως φαινόταν ότι καθώς η Κέιτ μεγάλωνε, οι γονείς της απασχολημένοι με τη δουλειά τους όλο και πιο πολύ, μιλούσαν για το Θεό όλο και λιγότερο. Στην πραγματικότητα μιλούσαν λιγότερο για το κάθε τι και σπάνια έκαναν πράγματα μαζί, σαν μια οικογένεια.

Εκείνο το βραδάκι, η Κέιτ άρχισε να σκέφτεται για το τι Χριστουγεννιάτικα δώρα θα της έπαιρναν. Η Παραμονή των Χριστουγέννων ήταν μόνο σε έξι μέρες. Ίσως η μαμά να έχει ήδη κάνει τα Χριστουγεννιάτικά της ψώνια, και απλώς τα κρατάει για έκπληξη, για να μην προσπαθήσω να βρω πού έχει κρύψει τα δώραl

Καθώς ξεντύθηκε και έβαλε τη νυχτικιά της, μια άλλη σκέψη βασάνισε την Κέιτ. Γιατί εγώ παίρνω τόσο ωραία δώρα κάθε χρόνο, κι ωστόσο η φίλη μου η Σούζη δεν παίρνει σχεδόν τίποτα; Η Κέιτ ανακάθισε στο κρεβάτι και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τα γόνατά της καθώς σκέφτηκε. Ω, ελπίζω και η Σούζη να πάρει μερικά ωραία δώρα αυτό το χρόνο! Μ' αυτή τη σκέψη ξάπλωσε και γρήγορα αποκοιμήθηκε.

Ο ήχος των πουλιών που τιτίβιζαν έξω από το παράθυρο της Κέιτ την ξύπνησαν πιο νωρίς απ' ότι συνήθως. Κι' ενώ έμεινε ξαπλωμένη στο κρεβάτι της για λίγο ακόμα, ξαφνικά θυμήθηκε αυτό που μόλις ονειρευότανε. Στο όνειρό της ήταν τυλιγμένη στην αγκαλιά της μητέρας της κοιτάζοντας ένα βιβλίο με ιστορίες.

Δεν είναι παράξενο αυτό; Έχω καιρό να διαβάσω εκείνο το βιβλίο! Η Κέιτ έσπρωξε τα σκεπάσματά της και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πηγαίνοντας με βιασύνη στη ντουλάπα της, κατέβασε ένα κουτί από το ψηλότερο ράφι. μα πού θα μπορούσε να είναι τώρα; "Αα, να το!" είπε τινάζοντας τη σκόνη από ένα παλιό βιβλίο. Τι υπέροχες αναμνήσεις της έφερνε! Η Κέιτ, νοερά, γύρισε πίσω σε πολλά ζεστά βράδια δίπλα στο τζάκι με τη μαμά της και το μπαμπά της, όταν συνήθιζαν να της διαβάζουν ένα κεφάλαιο από αυτό το βιβλίο με τις ιστορίες της Βίβλου κάθε νύχτα. Χαμογέλασε καθώς γυρνούσε τις σελίδες του. Κάθε εικόνα φαινόταν να φέρνει πίσω ένα ιδιαίτερο συναίσθημα, μια μοναδική ανάμνηση, όπως και την πρώτη φορά που είχε ακούσει εκείνες τις συναρπαστικές ιστορίες. Η Κέιτ κάθισε κάτω μέσα στην ντουλάπα. Θυμάμαι πώς συνηθίζαμε να προσευχόμαστε κάθε βράδυ προτού κοιμηθούμε. Η μαμά και ο μπαμπάς μου μαθαίνανε να λέω τις προσευχές μου. και έπειτα με κουκουλώνανε στο κρεβάτι μου. Δεν προσευχόμαστε μαζί άλλο πια, αλλά φαντάζομαι αυτό συμβαίνει γιατί δε βρίσκονται σπίτι όταν είναι η ώρα μου να πάω για ύπνο.

Καθώς η Κέιτ ξεφύλλιζε το βιβλίο, άνοιξε σε μια εικόνα του Ιησού, που τον περιτριγύριζαν μικρά παιδιά. Το εδάφιο της Βίβλου από κάτω έγραφε: "Ζήτα Μου και θα σου δώσω τις επιθυμίες της καρδιάς σου."

Μμμ, σκέφτηκε η Κέιτ, μου θυμίζει κάτι που μου είπε ο μπαμπάς μου μια φορά, ότι όταν χρειάζεσαι βοήθεια για κάτι και κανένας άλλος δεν μπορεί να σε βοηθήσει, τότε ζήτα το από τον Ιησού και Αυτός θα απαντήσει. Αναρωτιέμαι ... ναι! Αυτό θα κάνω! Η Κέιτ έβαλε το βιβλίο στο τραπεζάκι δίπλα στο κρεβάτι της, πετάχτηκε πάνω, άρπαξε ένα καθαρό σύνολο από το συρτάρι της, και άλλαξε τη νυχτικιά της. Βούρτσισε τα μαλλιά της και τακτοποίησε το κρεβάτι της και το δωμάτιό της. Τώρα ήταν έτοιμη. Γονάτισε στα πόδια του κρεβατιού της και προσευχήθηκε: "Αγαπημένε μου Ιησού, είμαι τόσο χαρούμενη που είχα αυτό το όμορφο όνειρο χθες το βράδυ για το βιβλίο μου. Είμαι ευτυχισμένη που το βρήκα σήμερα το πρωί, και μου έδωσε αυτή την ιδέα να Σου μιλήσω. Θέλω να Σου πω για τα σχέδια μου για τα Χριστούγεννα.'Έχω μια φίλη. Τη λένε Σούζη. Η μαμά της Σούζη είναι αρκετά άρρωστη, και ο μπαμπάς της συχνά χρειάζεται να λείπει από το σπίτι για να εργάζεται. Η Σούζη δεν έχει πολλά παιχνίδια ή ωραία πράγματα. Ελπίζω να πάρει μερικά δώρα αυτή τη χρονιά." Η Κέιτ συνέχισε, 'Όμως έχω κάτι ιδιαίτερο να Σου ζητήσω να κάνεις.

"Λοιπόν το πρόβλημα είναι ..." η Κέιτ είπε ψιθυριστά την υπόλοιπη προσευχή της. Κάποτε επιτέλους τελείωσε. "Σ' ευχαριστώ που με άκουσες. Λοιπόν, τώρα καλύτερα να πηγαίνω. Αμήν!"

Η Κέιτ σηκώθηκε αργά, ελπίζοντας ότι ο Ιησούς είχε ακούσει την προσευχή της. Κατευθύνθηκε προς την κουζίνα όπου η Τζούλια, η υπηρέτρια, είχε ετοιμάσει μερικές τηγανίτες και ζεστή σοκολάτα που την περιμένανε. Στις 23 Δεκεμβρίου, η μητέρα της είπε ότι έπρεπε να πάει κάπου ξαφνικά. Για την Κέιτ αυτό σήμαινε ότι η μαμά της πήγαινε να ψωνίσει τα Χριστουγεννιάτικα δώρα. "Καλό απόγευμα, μαμά!" φώναξε και έγνεψε αντίο από το μπροστινό τους παράθυρο.

Ήταν δύο μέρες αργότερα, αλλά στην Κέιτ φάνηκαν πολύ περισσότερες, και η στιγμή είχε έρθει. Ήταν το πρωινό των Χριστουγέννων και ο ήλιος έλαμπε πάνω στο φρεσκοστρωμένο χιόνι που κάλυπτε τα δέντρα και τους πεζόδρομους. Η Κέιτ χαμογελούσε καθώς κατέβαινε με φόρα τις σκάλες προς το τζάκι όπου, όπως πάντα, κρέμονταν τρεις μεγάλες Χριστουγεννιάτικες κάλτσες.

Ποια να είναι η δικιά μου; αναρωτήθηκε η Κέιτ. Μόλις τότε βγήκαν απ' την κουζίνα ο μπαμπάς της και η μαμά της κρατώντας ένα φλιτζάνι καφέ στα χέρια τους.

"Καλημέρα Κέιτ! Και Καλά Χριστούγεννα! 'Έλα να μας δώσεις μια αγκαλιά κι ένα φιλί!" φώναξε η μαμά.

"Ω, Καλά Χριστούγεννα, μπαμπά και μαμά! Σας αγαπώ!" Η Κέιτ τους κοίταξε με νόημα κι έπειτα έστρεψε τη ματιά της ξανά στις Χριστουγεννιάτικες κάλτσες.

"Ναι, και βέβαια μπορείς! Και βέβαια μπορείς! Πήγαινε αμέσως," ήρθε η απάντηση.

Η Κέιτ έτρεξε προς το τζάκι. Με ανυπομονησία κοίταξε πίσω από κάθε κάλτσα για να βρει αυτή που είχε πάνω κεντημένο το όνομά της. Ήταν η δεύτερη. Στα γρήγορα κατέβασε κάτω τις κάλτσες του μπαμπά και της μαμάς και τους τις έδωσε.

"Άντε! Ανοίξτε τις! Ανοίξτε τιςl" είπε η Κέιτ με ένα τόνο ενθουσιασμού στη φωνή της.

Έπειτα η Κέιτ, κάθισε στο πάτωμα κι άρχισε να βγάζει ένα ένα τα δωράκια από την κάλτσα της. Κι' αφού είχε ανακαλύψει όλα τα κρυμμένα παιχνίδια. τα γλυκά και τις λιχουδιές, ήξερε ότι η ώρα για να ανοίξει τα δώρα κάτω από το δέντρο είχε φτάσει.

"Εντάξει, ήρθε η ώρα!" αναφώνησε ο μπαμπάς της. "Πήγαινε εκεί στο δέντρο και δες τι σου έφεραν αυτά τα Χριστούγεννα."

Τα μάτια της Κέιτ λαμπύριζαν καθώς κουβαλούσε την παραγεμισμένη κάλτσα της προς τo δέντρο. Άρχισε να βγάζει τα δώρα που ήταν κάτω από το δέντρο και να διαβάζει τα ονόματα.

"Αυτό είναι για σένα, Μπαμπά ... κι αυτό είναι για σένα, Μαμάl Ω, κι αυτό εδώ είναι για μέναl" είπε, καθώς άρχισε να ξετυλίγει τα δώρα της. Προτού καλά -καλά να το καταλάβουν, μισή ώρα είχε ήδη περάσει μ' αυτό τον εύθυμο τρόπο. Η Κέιτ ούτε που πρόσεξε τις χαρούμενες Χριστουγεννιάτικες μελωδίες που ακούγονταν απ' το βάθος. Ήταν πάρα πολύ απασχολημένη με τα δώρα της και βοηθώντας τους γονείς της να ανοίξουν τα δικά τους.

Τελικά όλα τα δώρα είχαν ανοιχτεί. Η Κέιτ έδωσε και στους δύο γονείς της μια μεγάλη αγκαλιά και ένα φιλί και τους ευχαρίστησε για το κάθε δώρο. Κάθισε με την πλάτη της προς το όμορφα στολισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο και σκέφτηκε μέσα της, αναρωτιέμαι π να πήρε η Σούζη για τα Χριστούγεννα.

"Τώρα, να πηγαίνουμε! Έχουμε μια ολόκληρη Χριστουγεννιάτικη μέρα να περάσουμε μαζί, καλό μου κορίτσι!" είπε ο μπαμπάς της. "Άρπαξε το παλτό σου και φύγαμεl"

Μόλις τότε χτύπησε το τηλέφωνο, και η μαμά της πήγε στην κουζίνα για να το πάρει. Η Κέιτ κουβάλησε τα δώρα της πάνω στο δωμάτιό της. Όταν κατέβηκε πάλι κάτω με το παλτό της, είδε τους γονε1ς της να συνομιλούν με ανησυχία.

"Τι συμβαίνει Μπαμπά; " ρώτησε η Κέιτ.

"Γλυκιά μου, λυπάμαι πολύ. Κάτι επείγον έχει παρουσιαστεί στο κέντρο και πρέπει να πάμε και οι δύο αμέσως. Μπορεί να χρειαστούν αρκετές ώρες μέχρι να το τακτοποιήσουμε."

Το πρόσωπο της Κέιτ δεν κατάφερε να κρύψει την απογοήτευσή της. "Γλυκιά μου, ξέρω ότι αυτό είναι δύσκολο για σένα. Θα προσπαθήσουμε να γυρίσουμε πίσω όσο πιο γρήγορα μπορούμε, για να καθίσουμε μαζί στο γιορτινό  τραπέζι, εντάξει;"

"Σ' αγαπούμε γλυκιά μου. Θα σε δούμε σύντομα!"' Φώναξε ο μπαμπάς της καθώς και οι δυο τους έφευγαν βιαστικά.

"Μια και η Τζούλια έχει ρεπό σήμερα, θα έρθει η Λίντα να μείνει μαζί σου. Οτιδήποτε χρειαστείς, πες της. Ω, να την έρχεται τώραl", φώναξε η Μαμά της.

"Περιμένετε ένα λεπτό!" φώναξε η Κέιτ. Τα μάτια της έλαμψαν μ' ένα σχέδιο καθώς χτυπούσε με τα δάχτυλά της το παράθυρο του αυτοκινήτου. "-έ ... ξέρω ότι τα 'χουμε πει αυτά, αλλά μιας και θα 'μαι σπίτι όλη μέρα σήμερα, θα μπορούσα σας παρακαλώ να προσκαλέσω τη Σούζη να έρθει ... μόνο για μια ώρα; Ή θα μπορούσαμε να παίξουμε στο πάρκο αν δεν μπορεί να έρθει στο σπίτι μας. Σας παρακαλώ."

Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Ο μπαμπάς της μίλησε πρώτος. "Εντάξει, Κέιτ. Μια και είναι Χριστούγεννα."

"Όμως γλυκιά μου, κάνει πάρα πολύ κρύο για να παίζετε έξω στο πάρκο για μια ώρα, "πρόσθεσε η Μαμά. "Μπορείτε να παίξετε μέσα." "Εντάξει! Ευχαριστώ!

Η καρδιά της Κέιτ ξανάνιωσε. Τουλάχιστον θα είχε κάποια συνομήλική της για παρέα. Η Κέιτ έτρεξε μέσα. έβαλε γρήγορα τις μπότες της και μαζί με τη Λίντα, πήραν το δρόμο για το σπίτι της Σούζη.

Η Σούζη και η μητέρα της, η Έλσα , ζούσαν σ' ένα μικρό, κακο­διατηρημένο σπιτάκι ένα τετράγωνο μακριά. Ο πατέρας της Σούζη δεν τα είχε καταφέρει να έρθει σπίτι για τα Χριστούγεννα. Είχε αναγκαστεί να πάει σε μια άλλη πόλη για να βρει δουλειά, από τότε που το τοπικό εργοστάσιο μείωσε το εργατικό του δυναμικό. Η Έλσα ήταν πολύ αδύναμη και άρρωστη τον περισσότερο καιρό. Η Κέιτ συχνά ήθελε να παίζει με τη Σούζη, καθώς δεν είχε άλλους δικούς της αδερφούς ή αδερφές, αλλά οι γονείς της Κέιτ δεν το επιτρέπανε. Δεν ήθελαν η Κέιτ να είναι κοντά στην Έλσα , καθώς ήταν τόσο φιλάσθενη, αν και η αρρώστια της υποτίθετο ότι δεν ήταν μεταδοτική. Η Κέιτ όμως, υποψιαζόταν ότι δεν την άφηναν επειδή ήταν τόσο φτωχοί.

Ενώ η Λίντα κουβέντιαζε με μια από τις φίλες της έξω στο δρόμο, η Κέιτ χτύπησε το κουδούνι και περίμενε. Πέρασε πολύ ώρα μέχρι να ανοίξει την πόρτα η Έλσα, όπως πάντα.

"Μπορεί να έρθει η Σούζη να παίξουμε στο σπίτι μου για λίγο;" ρώτησε η Κέιτ. "Οι γονείς μου χρειάστηκε να πάνε στη δουλειά, όμως ή Λίντα θα είναι εκεί για να μας προσέχει." Η Έλσα χαμογέλασε και πήγε να φωνάξει τη Σούζη.

"Κέιτ! Γεια σου! Έλα μέσα! Χαίρομαι τόσο που ήρθες!" "Γεια σου. Σούζη!"

Το σπίτι της Σούζη ήταν διαφορετικό από της Κέιτ. Τα έπιπλά τους ήταν παλιά, και δεν είχαν ούτε δείγμα από Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Κι ωστόσο, υπήρχε ένα βλέμμα ειρήνης και ευτυχίας στα μάτια τους που φαινόταν να φωτίζει το δωμάτιο.

Η Σούζη ήταν συνομήλικη της Κέιτ και μια θαυμάσια σύντροφος στα παιχνίδια. Τα μάτια της Κέιτ τρέχαν γύρω στο δωμάτιο ελπίζοντας να δει κάποια ίχνη από δώρα. Τίποτα! Αναρωτιέμαι αν η Σούζη πήρε κανένα δώρο. σκέφτηκε η Κέιτ.

"Θα ήθελες να έρθεις στο σπίτι μου να παίξουμε;" ρώτησε η Κέιτ.

"Και βέβαια! Έλα! Ας μη χάνουμε χρόνο! Έλα να τρέξουμε να δούμε ποιος θα φτάσει πρώτος!" είπε η Σούζη χαρωπά.

Σε χρόνο μηδέν, τα δύο κορίτσια βρίσκονταν πίσω στο σπίτι της Κέιτ. Παίζανε τόσο καλά μαζί που δεν κατάλαβαν το χρόνο να περνάει. Ήταν ήδη δύο ώρες μαζί. Η Λίντα άκουγε μουσική και διάβαζε ένα καινούργιο βιβλίο. Η ωραία μελωδία στο παλιό ρολόι του παππού μέσα στο γραφείο, θύμισε στην Κέιτ την υπόσχεση που έδωσε στους γονείς της να παίξει με την Σούζη μόνο για μια ώρα.

"Ω πω-πω, οι γονείς μου μπορεί να γυρίσουν σπίτι σύντομα, γι' αυτό νομίζω ότι πρέπει να σταματήσουμε το παιχνίδι. Ας ζητήσουμε από τη Λίντα να μας πάει πίσω στο σπίτι σου," πρότεινε η Κέιτ. "Σ' ευχαριστώ που ήρθες. Πέρασα τόσο καλά μαζί σου."

"Κι εγώ πέρασα πολύ καλά. Είσαι η σούπερ φίλη μου," είπε η Σούζη ευτυχισμένα.

Καθώς μπαίνανε μέσα στο σπίτι της Σούζη, η Έλσα φώναξε,

"Σούζη γλυκιά μου, έλα εδώ ένα λεπτό."

Η Σούζη έτρεξε να δει τη μητέρα της, ενώ η Κέιτ με τη Λίντα περίμεναν στο χολ. Άκουσαν κάτι ψίθυρους κι έπειτα η Σούζη ήρθε έξω, κουβαλώντας ένα μεγάλο κουτί από χοντρό χαρτί στα χέρια της.

"Τι είναι αυτό;" ρώτησε η Κέιτ. "Δεν ξέρω. Η μαμά μου είπε ότι ενώ εσύ κι εγώ παίζαμε στο σπίτι σου, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Η μαμά ξεκουραζόταν, και της πήρε λίγη ώρα για να σηκωθεί. Όταν τελικά άνοιξε την πόρτα, δεν υπήρχε κανένας εκεί - μόνο αυτό το κουτί ... με Χριστουγεννιάτικα δώρα! Κοίτα! Είναι όλα τυλιγμένα ωραία. Μερικά έχουν το δικό μου όνομα και μερικά έχουν της μαμάς και του μπαμπά!"

Η Κέιτ δε μπορούσε να συγκρατήσει την ευτυχία της για τη φίλη της. Η Σούζη χοροπηδούσε ενθουσιασμένη. "Είναι τόσο καταπληκτικό! Δεν είχαμε λεφτά για να αγοράσουμε δώρα αυτά τα Χριστούγεννα, κι έτσι συμπέρανα ότι δε θα είχαμε καθόλου. Χθες το βράδυ, όταν προσευχηθήκαμε μαζί, ευχαριστήσαμε το Θεό που είχαμε η μία την άλλη και τον μπαμπά μου, ακόμα κι αν δεν είχαμε δώρα. Αλλά κοίταξε τι μας έστειλε ο Θεός σήμερα το πρωί!"

"Αυτό είναι υπέροχο! Είμαι τόσο ευτυχισμένη για σένα!" αναφώνησε η Κέιτ. Τα δύο κορίτσια αγκάλιασαν η μία την άλλη.

"Ω! Κοιτάξτε την ώρα!" τις διέκοψε η Λίντα. "Καλύτερα να σε πάω σπίτι τώρα. Οι γονείς σου θα γυρίσουν σπίτι όπου να 'ναι και πρέπει να είσαι εκεί." Η Κέιτ ευχαρίστησε την Έλσα, έγνεψε αντίο στη Σούζη, και ξεκίνησαν για το σπίτι της. Ήταν τόσο ευτυχισμένη για τη φίλη της που τραγουδούσε σ' όλο το δρόμο της επιστροφής.

Μόλις έβγαλε το παλτό της και τις μπότες της, άκουσε ένα αυτοκίνητο να σταματάει στο δρόμο. Η Κέιτ κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούσαν. Τα πράγματα πρέπει να είχαν πάει καλά στο κέντρο.

Η πόρτα άνοιξε διάπλατα. "Κέιτ! Ήρθαμε!" φώναξε ο μπαμπάς. "Είμαι τόσο χαρούμενη," αποκρίθηκε η Κέιτ.

"Κατάφερες να παίξεις με τη φίλη σου τη Σούζη;" ρώτησε η μαμά, αφού ευχαρίστησε τη Λίντα και την πλήρωσε για τη βοήθειά της.

"Δε θα το πιστέψεις αυτό, αλλά η Σούζη πήρε μερικά δώρα αυτό το χρόνο! Ευχόμουνα πραγματικά να έπαιρνε κάτι!" Η Κέιτ συνέχισε να μιλάει ασταμάτητα καθώς διηγήθηκε στους γονείς της τι είχε γίνει.

Ο μπαμπάς και η μαμά χαμογέλασαν γλυκά στην Κέιτ κι έπειτα ο ένας στον άλλον. "Γλυκιά μου," άρχισε ο μπαμπάς, "η μαμά σου κι εγώ σκεφτόμασταν κάτι. Θα θέλαμε να ζητήσουμε από την Έλσα και τη Σούζη να μας κάνουν παρέα για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Αισθανόμαστε πολύ άσχημα που δεν ήμασταν πιο ευγενικοί απέναντί τους, και που τους κρατούσαμε σε απόσταση. Συμφωνούμε να είστε φίλες με τη Σούζη και να παίζετε μαζί, κι εμείς θα θέλαμε να είμαστε φίλοι με την Έλσα και να βοηθήσουμε την οικογένειά τους. Θέλουμε να είμαστε καλοί με τους γείτονές μας, όπως λέει και η Βίβλος."

Η Κέιτ δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά της. Αυτό ήταν πολύ απίθανο για να 'ναι αληθινό - όμως ήταν!

"Μπαμπά! Μαμά!' Με άκουσε! Με άκουσε! Άκουσε την προσευχή μου! Αυτό είχα ζητήσει από τον Ιησού να κάνει, να μου επιτρέψει να παίζω πιο πολύ με τη Σούζη! Και απάντησε! Το έκανε! Δεν το είπα σε κανέναν dάλλον! Κανένας σ' ολόκληρο τον κόσμο δεν το ήξερε! Όμως ο Ιησούς το ήξερε!" Η Κέιτ χοροπηδούσε από χαρά.

Έπειτα είπε στους γονείς της για το όνειρό της. για το βιβλίο με τις ιστορίες της Βίβλου, και για την προσευχή που είχε κάνει στον Ιησού.

Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της Μαμάς. Εκείνη τη νύχτα οι δύο οικογένειες ενώθηκαν μαζί χάρη στην αγάπη ενός παιδιού και μιας Χριστουγεννιάτικης προσευχής. Από αυτό μεγάλωσε η φιλία μιας ολόκληρης ζωής ανάμεσα στην Κέιτ και τη Σούζη και τις οικογένειές τους, κι από τότε τα Χριστούγεννα είχαν ένα ιδιαίτερα θαυμαστό συναίσθημα για όλους τους.